Κυριοτερες ειδησεις...

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Αυτος ο Κοσμος, ο μικρος, ο μεγας, ο αιωνιος.......






Η ΓΕΝΕΣΙΣ

Στην αρχη το φως και η ωρα η πρωτη
που τα χειλη ακομη στον πηλο
δοκιμαζουν τα πραγματα του κοσμου.

Αιμα πρασινο και βολβοι στη γη χρυσοι
Πανωραια στον υπνο της απλωσε και
η θαλασσα γαζες αιθερος τις αλευκαντες
κατω απο τις χαρουπιες και τους
μεγαλους ορθιους φοινικες.

Εκει μονος αντικρισα
τον κοσμο
κλαιγοντας γοερα.

Η ψυχη μου ζητουσε Σηματωρο και Κηρυκα
Ειδα τοτε θυμαμαι
τις τρεις Μαυρες Γυναικες.
vα σηκωνουν τα χερια κατα την Ανατολη
Χρυσωμενη τη ραχη τους και το νεφος
που αφηναν λιγο-λιγο σβηνοντας
δεξια Και φυτα σχηματων αλλων.

Ηταν ο ηλιος με τον αξονα του μεσα
μου πολυαχτιδος ολος που καλουσε.
Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους
αιωνες πριν.

Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια
Ο ακοπος απ' τον ουρανο.

Ενιωσα ηρθε κι εσκυψε
πανω απο το λικνο μου
ιδια η μνημη γιναμενη παρον
τη φωνη πηρε των δεντρων, των κυματων:
"Εντολη σου, ειπε, αυτος ο κοσμος
και γραμμενος μες τα σπλαχνα σου ειναι

Διαβασε και προσπαθησε
και πολεμησε" ειπε
"Ο καθεις και τα οπλα του" ειπε
Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
νεος δοκιμος Θεος για να πλασει μαζι
αλγηδονα και ευφροσυνη.

Πρωτα συρθηκαν με δυναμη
και ψηλα πανω απο τα μπεντενια
ξεκαρφωθηκαν πεφτοντας
οι Εφτα Μπαλταδες
κατα πως η καταιγιδα
στο σημειο μηδεν οπου ευωδιαζει
απ' αρχης παλι ενα πουλι
καθαρο παλιννοστουσε το αιμα
και τα τερατα επαιρναν την οψη του ανθρωπου.

Τοσο ευλογο το Ακατανοητο
Υστερα και οι ανεμοι ολης της φαμιλιας
μου εφτασαν τ' αγορια με τα φουσκωμενα
μαγουλα και τις πρασινες ουρες ομοια Γοργονες
και οι αλλοι γεροντες γνωριμοι παλαιοι
οστρακοδερμοι γενειοφοροι

Και το νεφος εχωρισαν στα δυο Και
αυτο παλι στα τεσσερα
και το λιγο που απομεινε φυσηξαν στο
Βορρα.


Με πλατυ πατησε ποδι στα νερα και
αγερωχος ο μεγας Κούλες
Η γραμμη του οριζοντα ελαμψε
ορατη και πυκνη και αδιαπεραστη
ΑΥΤΟΣ ο πρωτος υμνος.

------------------------------------------------------------------




ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακουσω αγερα ή μουσικη
που κινουσα σε ξαγναντο να βγω
(μιαν απεραντη κοκκινη αμμο ανεβαινα
με τη φτερνα μου σβηνοντας την Ιστορια)
παλευα τα σεντονια.

Ηταν αυτο που γυρευα
και αθωο και ριγηλο σαν αμπελωνας
και βαθυ και αχαραγο σαν η αλλη οψη τ' ουρανου.

Κατι λιγο ψυχης μεσα στην αργιλο

Τοτε ειπε και γεννηθηκεν η θαλασσα
και ειδα και θαυμασα
Και στη μεση της εσπειρε κοσμους
μικρους κατ' εικονα και ομοιωση μου:

Ιπποι πετρινοι με τη χαιτη ορθη
και γαληνιοι αμφορεις
και λοξες δελφινιων ραχες
η Ιος η Σικινος η Σεριφος η Μηλος
"Καθε λεξη κι απο 'να χελιδονι
για να σου φερνει την ανοιξη μεσα στο θερος" ειπε.

Και πολλα τα λιοδεντρα
που να κρησαρουν στα χερια τους το φως
κι ελαφρο v' απλωνεται στον υπνο σου
και πολλα τα τζιτζικια που να μην τα νιωθεις
οπως δε νιωθεις το σφυγμο στο χερι σου
αλλα λιγο το νερο για να το 'χεις Θεο και να κατεχεις τι
σημαινει ο λογος του
και το δεντρο μοναχο του χωρις κοπαδι
για να το κανεις φιλο σου
και να γνωριζεις τ' ακριβο του τ' ονομα
φτενο στα ποδια σου το χωμα
για να μην εχεις που ν' απλωσεις ριζα
και να τραβας του βαθους ολοενα και πλατυς επανου ο ουρανος
για να διαβαζεις μονος σου την απεραντοσυνη.


--------------------------------------------------------------------

ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
"ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ αυτον αναγκη να τον βλεπεις και να τον λαβαινεις"
ειπε: Κοιταξε! Και τα ματια μου εριξαν τη σπορα
γρηγοροτερα τρεχοντας κι απο βροχη
τα χιλιαδες απατητα στρεμματα

Σπιθες ριζα μες το σκοτος πιανοντας και νερων άξαφνων πιδακες
Η σιγη που εκχερσωνα για ν' αποθεσω
γονους φθογγων και χρησμων φυτρα χρυσα
Το ξιναρι ακομη μες τα χερια μου
τα μεγαλα ειδα κοντοποδα φυτα, γυριζοντας το προσωπο
άλλα υλακωντας άλλα βγαζοντας τη γλωσσα:

Να το σπαραγγι να ο ριθιος
να το σγουρο περσεμολο
το τζεντζεφυλλι και το πελαργονι
ο στυφνος και το μαραθο

Οι κρυφες συλλαβες οπου πασχιζα την ταυτοτητα μου ν' αρθρωσω
"Ευγε, μου ειπε, και αναγνωση γνωριζεις
και πολλα μελλει να μαθεις
αν το Ασημαντο εμβαθυνεις
Και μια μερα θα 'ρθει βοηθους ν' αποκτησεις
Θυμησου:

τον αγχεμαχο Ζεφυρο, το ερεβοκτονο ροδι
τα φλεγομενα ωκυποδα φιλια"
Και ο λογος του χαθηκε σαν ευωδια

Η ωρα εννια χτυπησε περδικα τη βαθεια καρδια της ευφωνιας
αλληλεγγυα σταθηκαν τα σπιτια
και μικρα και τετραγωνα
με καμάρα λευκη και λουλακί πορτοφυλλο
Κατω απ' την κληματαρια
ωρες εκει ρεμβασα
με μικρα-μικρα τιτυβισματα
κοασμους, τρυσμους, το μακρινο κουκουρισμα:

Να το πιπινι να το λελεκι
να το γυφτοπουλι
ο νυχτοπατης και η νεροκοτα
ηταν και ο μπομπιρας εκει και το αλογακι8 που λεν της Παναγιας

Η στερια με τα σκελη μου γυμνα στον ηλιο
και παλι οι δυο θαλασσες
και η τριτη αναμεσα - λεμονιες κιτριες μανταρινιες -
και ο αλλος μαϊστρος με τ' απανω του υψηλο μπογαζι9
αλλοιωνοντας τ' οζονιο τ' ουρανου
Χαμηλα στων φυλλων τον πυθμενα
η τριβιδα η λεια
τ' αυτακια των ανθων
κι ο θαλλος ο αδημονωντας και ειναι.

ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας.




----------------------------------------------------------------------

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΩΡΕΣ γυριζαν οπως οι μερες
με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου
Δειχτης ημουν εγω

Τριτη Τεταρτη Πεμπτη
ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος
Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη
καταπροσωπο.

Εντομα κοριτσιων
Μακρινες αστεροπες της Ιριδας -
"Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας
ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου
ο πολυ πριν την αναγκη" μου ειπε

Και τον κινδυνο εσπρωξε με το 'να δαχτυλο
Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι
Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε
"Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα
στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο
και τ' αποτιτανωμενα
παλαια καταλοιπα του ερωτα"

Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου
ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου
μιας νυχτος που εσιμωνε ισως
η φωνη του γκιωνη
καποιου που ειχε σκοτωθει
το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο.


Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου
μυστικα να διαβαινουνε
φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα
Τ' αστρο της τραμουντανας Την αγια Μαρινα με τα δαιμονικα
Και πολυ πιο βαθια πισω απ' τα κυματα
στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων

Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον
που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω
τον τραχυ του Αγιου δρομο ν' ανεβαινει
μια φοραν ακομη.

Μια φοραν ακομη
στα νερα της Γερας ν' ακουμουμπα τα δαχτυλα
και τα πεντε ν' αναβουνε χωρια
ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος
ο Σκοπελος και ο Μεγαρος
εξουσια και κληρος της γενιας μου.
"Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη
αναγκη ν' ανεβει στο φως"
και πολυ πριν με το νου μου βαλω
ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου.

Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει
με τα χερια εμπρος του
σκυβοντας τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη
και στο σωμα του ανθρωπου:
το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο
το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση
το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση
το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου

Και η Νυχτα πανσες παλιας
πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης
με του ερημου μυλου τα χαλασματα και την
ακακη ευωδια της κοπρου πηρε μερος μεσα μου

Διαστασεις αλλαξε στα προσωπα μοιρασε αλλιως τα βαρη
Το σκληρο μου σωμα ηταν η αγκυρα κατεβασμενη μεσα στους ανθρωπους
οπου ηχος αλλος κανεις
μονο γδουποι γοοι και κοπετοι
και ρωγμες επανω στην αναστροφη οψη

Ποιας φυλης ο γονος νά 'μουν
τοτε μονο εννοησα
που η σκεψη του Αλλου
διαγωνια σαν ακμη γυαλιου
και Ορθον ως περα με χαραζε.

Ειδα μεσα μου στα σπιτια καθαρα σαν να μην ηταν τοιχοι
με το λυχνο στο χερι να περνουν γεροντισσες
τα χαρακια στο μετωπο και στο ταβανι
και αλλοι νεοι με το μουστακι που εζωναν αρματα στη μεση τους
αμιλητοι δυο δαχτυλα πανω στη λαβη
εδω και αιωνες.

"Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και δεν γινεται Αυτοι χωρις Εσενα
και δε γινεται μ' Αυτους χωρις, Εσυ
Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και αναγκη πασα να τους αντικρισεις
η μορφη σου αν θελεις ανεξαλειπτη να 'ναι
και να μεινη αυτη.


Επειδη πολλοι φορουν το μελανο πουκαμισο
και οι αλλοι μιλουν τη γλωσσα των χοιρογρυλλιων
και ειναι οι Ωμοφαγοι και οι Αξεστοι του Νερου
οι Σιτοφοβοι και οι Πελδινοι και οι Νεοκονδορες
ορμαθος και αριθμος των ακρων του σταυρου
της Τετρακτιδος.


Αν αληθεια κρατησεις και τους αντικρισεις, ειπε,
η ζωη σου θ' αποκτησει αιχμη και θα οδηγησεις, ειπε
Ο καθεις και τα οπλα του, ειπε

Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες στη φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
Περασε μεσα μου Εγινε
αυτος που ειμαι.

Η ωρα τρεις της νυχτας
λαλησε μακρια πανω απ' τα παραπηγματα
ο πρωτος πετεινος

Ειδα για μια στιγμη τους Ορθιους Κιονες
τη Μετωπη με τα Ζωα Δυνατα
και ανθρωπους φερνοντας Θεογνωσια
Πηρε οψη ο Ηλιος Ο Αρχαγγελος αει δεξια μου.

ΑΥΤΟΣ εγω λοιπον
και ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας





_______________________________________________________________




Στα πνευστα των δεντρων * και κρουοντας ο πυρριχιος
Δορατα και σπαθια * να λες ακουσα Εσυ
Μυστικα προσταγματα * και παρθενοβιωτα
Με την εκλαμψη πρασινων * αστερων λογια
Και πανω απ' την αβυσσο * αιωρουμενη γνωρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ !




ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε τη διαταγη να κινησουμε
παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να
πιασουμε τις γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα ως Τεπελενι.
Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον
οι μισοι και δεν αντεχανε αλλο.

Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια. Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι
μας παλι στα γλυκα τριξιματα της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου
ή τον αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να γυρισουμε στο μονο
αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των
πολυβολων.

Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με
κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο.
Επειδη το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη μας. Και τις λιγες φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε, μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι
σοβαροι κι αμιλητοι, φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.

Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και ξυνομασταν με λυσσα ωρες
πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα. Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο
κι απ' την κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η σφυριχτρα,
σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου ξημερωσει και μας βαλουνε στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε το φως.

Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε ονειρα.

Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και
που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ' αλλω λογιω ξιναρια και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα να 'ναι.

Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια, και δειλα συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο, δεν ειμασταν οι ιδιοι.


Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις γενιες
και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού 'χαν λευκανει απ' τα περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97 ή του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια, χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να λογαριαζουμε αλλο τιποτε.

Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή Μοιρα

- ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ' αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε
Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες
εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες
στην ψυχη μας.

Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς, μητε φτωχους και πλουσιους, το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,
δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο και το βαρυ των κανονιων, το ξερο και το γρηγορο των πολυβολων.

Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'
αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους. Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο
για τσιγαρο.


Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που ανεβαιναν, καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου", "όι, όι μανα μου", και καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο ρογχος του θανατου.


Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα γιουρουσια που κάναν τα περιπολα. Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα
ή σοκολατες.

Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια
μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.



Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν
μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες.

-------------------------------------------------------------------------


Β'

Νεος πολυ και γνωρισα των εκατο χρονω φωνες
Οχι του δασους μια στιγμη στα στέρνα ο πευκινος τριγμος
Μονο του σκυλου που αλυχτα στα βουνα τ' ανδροβαδιστα
Των χαμηλων σπιτιων καπνοι και κεινων που ψυχορραγουν
Η ανομολογητη ματια του κοσμου του αλλου η ταραχη.

Οχι που αργουν στον ανεμο των πελαργων μικρες κρωξιες
Πεφτει η γαληνη σα βροχη και γρουζουν τα κηπευτικα
Μονο του ζωου που σπαρταρα τα πνιχτα κι ασυλλαβιστα
Της Παναγιας δυο φορες ο μαυρος γυρος των ματιων
Στην πεδιαδα της ταφης και στην ποδια των γυναικων

Μονο της θυρας χτυπημα κι οταν ανοιξεις πια κανεις
Μητε σημαδι καν χεριου στη λιγη παχνη των μαλλιων
Χρονους πολλους κι αν καρτερω γαληνεμο δεν ελαβα
Στων αδερφων τη μοιρασια μου δοθη ο κληρος ο λειψος
Η πετροκολλητη σαγη
και το ζακονι των φιδιων.

-----------------------------------------------------------------


Γ'

ΤΟΝ πλουτο δεν εδωκες ποτε σε μενα
τον ολοενα ερημουμενο απο τις φυλες των Ηπειρων
κι απ' αυτες παλι αλαζονικα, ολοενα, δοξαζομενο!

Ελαβε τον Βοτρυ ο Βορρας
και τον Σταχυ ο Νοτος
τη φορα του ανεμου εξαγοραζοντας
και των δεντρων τον καματο δυο και τρεις φορες
ανοσια εξαργυρωνοντας.

Αλλο εγω,
παρεξ θυμαρι στην καρφιδα του ηλιου δεν εγνωρισα
και παρεξ τη σταγονα του νερου στ' ακοπα γενια μου δεν ενιωσα
μα τραχυ το μαγουλο εθεσα στο τραχυτερο της πετρας αιωνες και αιωνες.

Εκοιμηθηκα πανω στην εγνοια της αυριανης ημερας
οπως οστρατιωτης επανω στο ντουφεκι του.
Και τα ελεη της νυχτας ερευνησα οπως ο ασκητης το Θεο του.

Απο τον ιδρωτα μου εδεσαν διαμαντι
και στα κρυφα μου αντικαταστησανε την παρθενα του βλεμματος και την πατησανε χαμου σαν εντομο.

Τη χαρα μου πατησανε και στην πετρα την κλεισανε
και στερνά την πετρα μού αφησανε,
την τρομερη ζωγραφια μου.

Με πελεκι βαρυ τη χτυπουν, με σκαρπελο σκληρο την τρυπουν,
με καλεμι πικρο τη χαραζουν, την πετρα μου.
Κι οσο τρωει την υλη ο καιρος, τοσο βγαινει πιο καθαρος
ο χρησμος απ' την οψη μου:





------------------------------------------------------------------------






Δ'

ΕΝΑ το χελιδονι * κι η Ανοιξη ακριβη
Για να γυρισει ο ηλιος * θελει δουλεια πολλη
Θελει νεκρους χιλιαδες * να 'ναι στους Τροχους
Θελει κι οι ζωντανοι * να δινουν το αιμα τους.

Θε μου Πρωτομαστορα * μ' εχτισες μεσα στα βουνα
Θε μου Πρωτομαστορα * μ' εκλεισες μες στη θαλασσα!

Παρθηκεν απο Μαγους * το σωμα του Μαγιου
Το 'χουνε θαψει σ' ενα * μνημα του πελαγου
Σ' ενα βαθυ πηγαδι * το 'χουνε κλειστο
Μυρισε το σκοτα * δι κι ολη η Αβυσσο.

Θε μου Πρωτομαστορα * μεσα στις πασχαλιες και Συ
Θε μου Πρωτομαστορα * μυρισες την Ανασταση!

Σαλεψε σαν το σπερμα * σε μητρα σκοτεινη
Το φοβερο της μνημης * εντομο μες στη γη
Κι οπως δαγκωνει αραχνη * δαγκωσε το φως
Ελαμψαν οι γιαλοι * κι ολο το πελαγος.

Θε μου Πρωτομαστορα * μ' εζωσες τις ακρογιαλιες
Θε μου Πρωτομαστορα * στα βουνα με θεμελιωσες!




Ε'

ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιει
ακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.

Ταραζεται ο καιρος
κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;

Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
πασχαλιαν αναστασιμη !

Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα παντα τη λαμψη περνας
για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.

Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιει
ακαυτη βατος !


--------------------------------------------------------------------


Ζ'

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ των νεφων και των κυματων κοιμαται μεσα μου !
Στη θηλή της θυελλας τα σκοτεινα του χειλη
και η ψυχη του παντοτε με της θαλασσης το λαχτισμα
πανω στα ποδια του ορους !

Ξεριζωνει δρυς και δριμυς κατεβαινει ο θρηϊκιος.
Μικρα καραβια στου καβου το γυρισμα
ξαφνου μπαταρουν και χανονται.
Και παλι προβαινουν ψηλα μες στα νεφη
απ' την αλλη μερια του βυθου.
Στις αγκυρες εχουν κολλησει τα φυκια
στα γενια θλιμμενων αγιων.
Ωραιες αχτιδες γυρω στην οψη
την αλω του ποντου δονουν.

Νηστικοι κατα κει τ' αδεια ματια γυριζουν οι γεροντες
Κι οι γυναικες τη μαυρη σκια τους επανω
στον αχραντο ασβεστη φορουν.
Μαζι τους εγω, το χερι κινω
Ποιητης των νεφων και των κυματων !

Στο στενο τενεκε με το χρωμα βουτω
τα πινελα μαζι τους και βαφω:
Τα καινουργια σκαρια
τα χρυσα και τα μαυρα εικονισματα !
Βοηθος και σκεπη μας η Καναρη !
Βοηθος και σκεπη μας η Μιαουλη !
Βοηθος και σκεπη μας Αγιά Μαντω.


-------------------------------------------------------------------

Ε'

ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ του αστρου * στους ουρανους εβγηκα
Στο αγιαζι των λειμωνων * στη μονη ακτη του κοσμου
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !

Λυπημενες μυρσινες * ασημωμενες υπνο
Μου ραντισαν την οψη * Φυσω και μονος παω
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !

Οδηγε των ακτινων * και των κοιτωνων Μαγε
Αγυρτη που γνωριζεις * το μελλον μιλησε μου
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !

Τα κοριτσια μου πενθος * για τους αιωνες εχουν
Τ' αγορια μου τουφεκια * κρατουν και δεν κατεχουν
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !

Εκατογχειρες νυχτες * μες στο στερεωμα ολο
Τα σπλαχνα μου αναδευουν * Αυτος ο πονος καιει
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !

Με το λυχνο του αστρου * στους ουρανους γυριζω
Στο αγιαζι των λειμωνων * στη μονη ακτη του κοσμου
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !




ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ


Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση,
επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα, να βγουν εξω σε πλατειες με
το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει : μια παλαμη τοπο κατω απο τ' ανοιχτο
πουκαμισο, με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου. Οπου ειχε κρατος
η Ανοιξη.


Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο
Σηκωμο, τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε
καταμπροστα στον ηλιο, με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια, οι
νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες. Και ακολουθουσανε αντρες
πολλοι, και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Οπου εβλεπες
αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες, που 'λεγες ειχανε περασει μερες πολλες μεσα
σε λιγην ωρα.


Τετοιας λογης αποκοτιες, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν.
Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους, λαβανε την αποφαση να βγουν
εξω σε δρομους και σε πλατειες, με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει: μια
πηχη φωτια κατω απ' τα σιδερα, με τις μαυρες κανες και τα δοντια του ηλιου. Οπου
μητε κλωνος μητε ανθος, δακρυο ποτε δεν εβγαλαν.

Και χτυπουσανε οπου να 'ναι, σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση.

Και η Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην
ητανε αλλος δρομος πανω σ' ολακερη τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα
αυτος, και να τον ειχαν παρει αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ' απ' την ακρη
της απελπισιας, τη Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που
τους ελεγαν αλητες, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο
και τα δεκανικια.


Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα. Και θερισανε πληθος τα θηρια,
και αλλους εμαζωξαν. Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.

___________________________________________________________________________


Σ'

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ηλιε νοητε * και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη * λησμοναται τη χωρα μου!

Αετομορφα εχει τα ψηλα βουνα * στα ηφαιστεια κληματα σειρα
και τα σπιτια πιο λευκα * στου γλαυκου το γειτονεμα!

Της Ασιας αν αγγιζει απο τη μια * της Ευρωπης λιγο αν ακουμπα
στον αιθερα στεκει να * και στη θαλασσα μονη της!

Και δεν ειναι μητε ξενου λογισμος * και δικου της μητε αγαπη μια
μονο πενθος αχ παντου * και το φως ανελεητο!

Τα πικρα μου χερια με τον Κεραυνο * τα γυριζω πισω απ' τον Καιρο
τους παλιους φιλους καλω * με φοβερες και μ' αιματα!

Μα 'χουν ολα τα αιματα ξαντιμεθει * κι οι φοβερες αχ λατομηθει
και στον εναν ο αλλος μπαι * νουν εναντιον οι ανεμοι!

Της Δικαιοσυνης ηλιε νοητε * και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη * λησμονατε τη χωρα μου !


___________________________________________________________________________




Ι'

ΚΑΤΑΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ εχλευασαν οι νεοι Αλεξανδρεις:
ιδεστε, ειπαν, ο αφελης περιηγητης του αιωνος !
Ο αναισθητος
που οταν ολοι εμεις θρηνουμε αυτος αγαλια
και οταν ολοι παλι αγαλιουμε
αυτος αναιτια σκυθρωπιαζει.

Στις κραυγες μας μπροστα προσπερνα και αδιαφορει
και τα σε μας αορατα με το αυτι στην πετρα,
σοβαρος και μονος προσεχει.
Ο χωρις φιλον κανενα
μητε οπαδο,
που εμπιστευεται μονον το σωμα του
και το μεγα μυστηριο στ' αγκαθοφυλλα μεσα του ηλιου αναζητει,
αυτος ειναι,
ο αποβλητος απο τις αγορες του αιωνος !

Επειδη νου δεν εχει
και απο ξενα δακρυα κερδος δε βγανει
και στο θαμνο που καιει την αγωνια μας
μοναχα καταδεχεται να ουρει.

Ο αντιχριστος και αναλγητος δαιμονιστης του αιωνος !
Που οταν ολοι εμεις πενθουμε,
αυτος ηλιοφορει.

Και οταν ειρηνη αγγελουμε,
μαχαιροφορει.
Καταπροσωπο μου οι νεοι Αλεξανδρεις εχλευασαν !

__________________________________________________________________________



Ζ'

ΑΥΤΟΣ αυτος ο κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Των ηλιων και του κονιορτου * της τυρβης και του αποδειπνου
Ο υφαντης των αστερισμων * ο ασημωτης των βρυων
Στη χαση του θυμητικου * στο εβγα των ονειρων
Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
Κυμβαλο κυμβαλο * και ματαιο γελιο μακρινο !

Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Ο σκυλευοντας την ηδονη * ο βιαζοντας τις κρηνες
Ο πανω απ' τους Κατακλυσμους * ο κατω απ' τους Τυφωνες
Ο γαμψος, ο κυφος * ο δασυς, ο πυρρος
Τις νυχτες με τη συριγγα * τις μερες με τη φορμιγγα
Στα σκυρα των πολιτειων * στους αρτεμωνες των αγρων
Αυτος ο πλατυκεφαλος * αυτος ο μακρυκεφαλος
Ο εκουσιος * ο ακουσιος
Ο υιος Αγγειθ * και ο Σολομων

Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Της Αμπωτης και του οργασμου * των τυψεων και της νεφωσης
Ο ευρέτης των ζωδιακων * ο τολμητιας των θόλων
Στην ακρη της εκλειπτικης * κι οσο που φτανει η Χτισις
Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
Βουκινο βουκινο * και ματαιο νεφος μακρινο !




ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ



ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ μερες εκεινου του χειμωνα, ενα
πρωι Σαββατου, σωρος αυτοκινητα και μοτοσυκλετες
εζωσανε το μικρο συνοικισμο του Λευτερη, με τα τρυπια
τενεκεδενια παραθυρα και τ' αυλακια των οχετων στον δρομο.

Και φωνες αγριες βγανοντας,
εκατεβηκανε ανθρωποι με χυμενη την οψη στο μολυβι και
μαλλια ολόισα ιδιο αχερο. Προσταζοντας να συναχτουν
οι αντρες ολοι στο οικοπεδο με τις τσουκνιδες.

Και ηταν αρματωμενοι απο πανου ως κατου, με τις
μπουκες χαμηλα στραμμενες κατα το μπουλουκι.
Και μεγαλος φοβος επιανε τα παιδια, επειδη τυχαινε,
σχεδον ολα, να κατεχουνε καποιο μυστικο στην τσεπη
ή στην ψυχη τους. Αλλα τροπος αλλος δεν ητανε, και
χρεος την αναγκη κανοντας, λαβανε θεση στη γραμμη,
και οι ανθρωποι με το μολυβι στην οψη, το αχερο στα
μαλλια και τα κοντα μαυρα ποδηματα, ξετυλιξανε γυρω
τους το συρματοπλεγμα. Και κοψανε στα δυο τα συγνεφα
, οσο που το χιονονερο αρχισε να πεφτει, και τα
σαγονια με κοπο κρατουσανε τα δοντια στη θεση τους,
μηπως τους φυγουν ή σπασουνε.


Τοτε, απ τ' αλλο μερος φανηκε αργα βαδιζοντας να
'ρχεται Αυτος με το Σβησμενο Προσωπο, που σηκωνε
το δαχτυλο κι οι ωρες ανατριχιαζαν στο μεγαλο
ρολόι των αγγελων. Και σε οποιον λαχαινε
να σταθει μπροστα, ευθυς οι αλλοι τον αρπαζανε
και τον εσουρνανε χαμου πατωντας τον. Ωσπου
εφτασε καποτε η στιγμη να σταθει και
μπροστα στον Λευτερη.

Αλλα εκεινος δε σαλεψε. Σηκωσε μονο αργα
τα ματια του και τα πηγε με μιας τοσο μακρια
- μακρια μεσα στο μελλον του - που ο αλλος
ενιωσε το σκουντημα κι εγειρε πισω με
κιντυνο να πεσει. Και σκυλιαζοντας,
εκανε ν' ανασηκωσει το μαυρο του πανι, ναν
του φτυσει καταμουτρα.
Μα παλι ο Λευτερης δε σαλεψε.


Πανω σε κεινη τη στιγμη, ο Μεγαλος Ξενος,
αυτος που ακολουθουσε με τα τρια σειρητια
στο γιακα, στηριζοντας τα χερια στη μεση
του, καγχασε: οριστε, ειπε, οριστε οι
ανθρωποι που θελουνε , λεει, ν'
αλλαξουνε την πορεια του κοσμου !
Και μη γνωριζοντας οτι ελεγε την
αληθεια ο δυστυχης, καταπροσωπο τρεις
φορεςτου καταφερε το μαστιγιο.

Αλλα τριτη φορα ο Λευτερης δε σαλεψε.

Τοτε, τυφλος απο τη
λιγη περαση που 'χε η δυναμη στα χερια
του, ο αλλος, μη γνωριζοντας
τι πραττει, τραβηξε το περιστροφο και
του το βροντησε συρριζα.
στο δεξι του αυτι.


Και πολυ τρομαξανε τα παιδια, και οι
ανθρωποι με το μολυβι στην
οψη και τα κοντα μαυρα ποδηματα, κερωσαν.

Επειδη πηγανε κ' ηρθανε
γυρω τα χαμοσπιτα, και σε πολλες μεριες
το πισσοχαρτο επεσε και φανηκανε μακρια,
πισω απο τον ηλιο, οι γυναικες να κλαινε
γονατιστες, πανω σ' ενα ερμο οικοπεδο,
γεματο τσουκνιδες και μαυρα πηχτα αιματα.
Ενω σημαινε δωδεκα ακριβως το μεγαλο
ρολόι των αγγελων.

______________________________________________________________________




ΙΒ'

ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ μεσανυχτα, στους ορυζωνες του υπνου
απνοια που με τυρρανα και κακο κουνουπι της Σεληνης !
Τα σεντονια παλευω και τα ματια πηχτα
στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:

Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο
συρετε μου στα ματια ενα δελφινι
Στα ματια ενα δελφινι συρετε μου
να 'ναι ταχυ, κι ελληνικο, και να 'ναι η ωρα εντεκα !

Να περνα και να σβηνει την πλακα του βωμου
και ν' αλλαζει το νοημα του μαρτυριου
Οι αφροι του λευκοι να ν' αναπηδουν επανω
τον Ιερακα και τον Ιερεα να πνιξουν !
Να περνα και να λυνει το σχημα του Σταυρου
και στα δεντρα το ξυλο να επιστρεφει
Ο βαθυς τριγμος να μου θυμιζει ακομη
οτι αυτος που ειμαι, υπαρχω !
Η ουρα του η πλατια να μου αυλακωνει
απο το δρομο ανεχαραγο τη μνημη
Και στον ηλιο παλι να με αφηνει
σαν αρχαιο χαλικι των Κυκλαδων !
Τα σεντονια παλευω και τα χερια τυφλα
στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:

Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο
στην καρδια μου την Τριαινα χτυπησετε μου
και σταυρωσετε μου την με το δελφινι
Το σημειο που ειμαι αληθεια ο ιδιος
με την πρωτη νεοτητα ν' ανεβω
στο γλαυκο τ' ουρανου - κι εκει να εξουσιασω !
_________________________________________________________________________




ΙΓ'

ΑΝΟΜΙΕΣ εμιαναν τα χερια μου, πως να τ' ανοιξω;
Κουστωδιες γεμισανε τα ματια μου, που να κοιταξω;
Γιοι των ανθρωπων,τι να πω;
Τα φριχτα σηκωνει η γης κι η ψυχη τα φριχτοτερα !
Ευγε πρωτη νεοτης μου και αδαμαστο χειλι
που το βοτσαλο διδαξες της τρικυμιας
και στις μπορες μεσα, της βροντης αντιμιλησες

Ευγε πρωτη νεοτης μου !
Τοσο χωμα στις ριζες μου εριξες, που κι η σκεψη μου χλόισε !
Τοσο φως μες στο αιμα μου, που κι η αγαπη μου πηρε
το κρατος και το νοημα τ' ουρανου.

Καθαρος ειμαι απ' ακρη σ' ακρη
και στα χερια του Θανατου αχρηστο σκευος
και στα νυχια των αγροικων λεια κακη.
Γιοι των ανθρωπων, να φοβουμαι τι;
Παρετε μου τη θαλασσα με τους ασπρους βοριαδες,
το πλατυ το παραθυρο γεματο λεμονιες,
τα πολλα κελαηδισματα, και το κοριτσι το ενα
που και μονον αν αγγιξα η χαρα του μου αρκεσε
παρετε μου, τραγουδησα !

Παρετε μου τα ονειρα, πως να διαβασετε;
Παρετε μου τη σκεψη, που να την πειτε;
Καθαρος ειμαι απ' ακρη σ' ακρη.
Με το στομα φιλωντας εχαρηκα το παρθενο κορμι.
Τις ιδεες μου ολες ενησιωτησα.
Στη συνειδηση μου εσταξα λεμονι.

____________________________________________________________________________


ΙΔ'

ΝΑΟΙ στο σχημα τ' ουρανου
και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !

Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !

Φυγανε φυγανε
ο Ιουλιος με το φωτεινο πουκαμισο
και ο Αυγουστος ο πετρινος με τα μικρα του ανωμαλα σκαλια.

Φυγανε
και στα ματια μεσα των βυθων ανερμηνευτος εμεινε ο
αστεριας και στα βαθη μεσα των ματιων ανεπιδοτο
εμεινε το ηλιοβασιλεμα !
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.

Τειχισε τις πλευρες του κοσμου
και απο το μερος τ' ουρανου σηκωσε τις εννεα επαλξεις
και στην πλακα επανω του βωμου σφαγιασε το σωμα
τους φρουρους πολλους εστησε στις εξοδους.
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.

Ναοι στο σχημα τ' ουρανου
και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !

Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !

Φυγανε φυγανε
ο Μαϊστρος με το μυτερο του σανταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλογιστος με τα λοξα του κοκκινα πανια.

Φυγανε και βαθια κατω απο το χωμα
συννεφιασε ανεβαζοντας
χαλικι μαυρο
και βροντες, η οργη των νεκρων
και αργα στον ανεμο τριζοντας
εγυρισανε παλι με το στηθος μπροστα
φοβερα, των βραχων τ' αγαλματα !






-----------------------------------------------------------------------------

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

Ειπεν ο λαος μου: το δικαιο που μου διδαξαν επραξα και ιδου
αιωνες αποκαμα ν' απαντεχω εξω απο την κλειστη θυρα της
αυλης των προβατων.

Γνωριζε τη φωνη μου το ποιμνιο και στην καθε σφυριγματια
μου αναπηδουσε και βελαζε.
Αλλοι ομως, και πολλες φορες ιο ιδιοι που πενευανε
την καρτερια μου, απο δεντρα και μαντρες πηδωντας,
επατουσανε πρωτοι το ποδι αυτοι μες στη μεση της αυλης
των προβατων. Και ιδου παντα γυμνος
εγω και χωρις ποιμνιο κανενα, στεναζεν ο λαος μου.
Και στα δοντια του γυαλιζεν η αρχαια πεινα, και η ψυχη
του ετριξε πανω στην πικρα της καθως
που τριζει επανω στο χαλικι το αρβυλο του απελπισμενου.


Τοτες αυτοι που κατεχουνε τα πολλα, ν' ακουσουνε τετοιο
τριξιμο, τρομαξαν. Επειδη το καθε σημαδι καταλεπτως
γνωριζουνε και συχνα, μιλια μακρια διαβαζουνε στο
συμφερον τους. Παρευθυς λοιπον τα πεδιλα τ'
απατηλα ποδεθηκαν. Και μισοι πιανοντας τους αλλους
μισους, απο τό 'να και τ' αλλο μερος τραβουσανε, τετοια
λογια λεγοντας: αξια και καλα τα εργα σας, και οριστε αυτη
αυτη που βλεπετε η θυρα η κλειστη της αυλης των προβατων.

Ασηκωστε το χερι και μαζι σας εμεις, και φροντιδα
δικη μας η
φωτια και το σιδερο. Σπιτικα μη φοβαστε, φαμελιες μη
λυπαστε, και ποτε σε γιου ή πατερα ή μικρου αδερφου τη
φωνη, πισω μη κανετε. Ειδέ τυχει κανεις απο σας κι ή
φοβηθει κι ή λυπηθει κι ή κανει πισω, να ξερει: επανω
του η φωτια που φεραμε και το σιδερο.


Και το λογο τους πριν αποσωσουν ειχε παρει ν' αλλαζει
ο καιρος, μακρια στο μαυραδι των νεφων και σιμα στο
κοπαδι των ανθρωπων. Σα να περασε αγερας χαμηλα
βογγωντας και ν' αποριξε αδεια τα κορμια, διχως
μια σταλα θυμηση. Το κεφαλι μπλαβο και αλαλα αψηλα
στραμμενο, μα το χερι βαθια μεσα στην τσεπη, γραπωμενο
απο κομματι σιδερο, της φωτιας ή απ' τ' αλλα, πό 'χουν
τη μυτη σουγλερη και την κοψη αθερα. Και βαδιζανε
καταπανου στον εναν ο αλλος, μη γνωριζοντας ο ενας τον
αλλο. Και σημαδευε κατα πατερα ο γιος και κατ' αδερφου
μικρου ο μεγαλος. Που πολλα σπιτικα πομεινανε στη μεση,
και πολλες γυναικες απανωτα δυο και
τρεις φορες μαυροφορεσανε. Και που αν εκανες να βγεις
λιγακι παραοξω, τιποτε. Μονο αγερας βουιζοντας μεσα στα
μεσοδοκια και στα λιγα καμενα λιθαρια μεριες-μεριες οι
καπνοι βοσκωντας τα κουφαρια των σκοτωμενων.


Μηνες τριαντα τρεις και πλεον βαστηξε το Κακο.

Που τη θυρα χτυπουσανε ν' ανοιξουνε της αυλης των
προβατων. Και φωνη προβατου δεν ακουστηκε παρεχτος
επανω στο μαχαιρι. Και φωνη θυρας ουτε,
παρεχτος στην ωρα που 'γερνε μες στις φλογες τις
υστερες να καει.

Επειδη αυτος ο λαος μου η θυρα και αυτος ο λαος
μου η αυλη και το ποιμνιο των προβατων.




ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αιματα * με πορφυρωσαν
Και χαρες ανειδωτες * με σκιασανε
Οξειδωθηκα μες στην * νιοτια
των ανθρωπων
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Στ' ανοιχτα του πελαγου * με καρτερεσαν
Με μπομπαρδες τρικαταρτες * και μου ριξανε
Αμαρτια μου νά 'χα * κι εγω
μιαν αγαπη
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Τον Ιουλιο καποτε * μισανοιξανε
Τα μεγαλα ματια της * μες στα σπλαχνα μου
Την παρθενα ζωη μια * στιγμη
να φωτισουν
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Κι απο τοτε γυρισαν * καταπανω μου
Των αιωνων οργητες * ξεφωνιζοντας
"Ο πού σ' ειδε, στο αιμα * ζει
και στην πετρα"
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Της πατριδας μου παλι * ομοιωθηκα
Μες στις πετρες ανθισα * και μεγαλωσα
Των φονιαδων το αιμα * με φως
ξεπληρωνω
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
______________________________________________________________________



ΙΕ'

ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω
Τη συγγνωμη δεν εδωσα,
την ικεσια δεν εστερξα,
την ερημια την αντεξα σαν το χαλικι.
Τι, τι, τι αλλο μου μελλεται;

Τα κοπαδια των αστρων οδηγω στην αγγαλη σου
κι η Αυγη , πριν προλαβω, στα διχτυα της με παρασυρει,
που συ τη θελησες !

Λοφους με καστρα και πελαγη με καρποφορα
στεριωνω στον ανεμο
κι η καμπανα τα πινει, αργα, του δειλινου,
που συ τη θελησες !

Υψωνω χορτα σα να φωναζω μ' ολα τα φρενα μου
και να τα παλι που καταπεφτουν
απο το καμα του Ιουλιου,
που συ θελησες !

Τι λοιπον, τι αλλο, τι νεο μου μελλεται;
Ιδου που εσυ μιλεις κι εγω αληθευω.
Σφεντοναω την πετρα και βρισκει επανω μου.
Ορυχεια βαθαινω και τους ουρανους εργαζομαι.
Τα πουλια κυνηγω και στο βαρος τους χανομαι.
Θεε μου συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω.

Τα στοιχεια που εισαι,
ημερες και νυχτες,
ηλιοι κι αστερες, θυελλες και γαληνη,
ανατρεπω στην ταξη κι εναντιον τα βαζω
του δικου μου θανατου,
που συ τον θελησες!

____________________________________________________________________________





ΙΑ'

ΘΑ ΚΑΡΩ Μοναχος * των θαλερων πραγματων
Σεμνα θα υπηρετω * την ταξη των πουλιων
Στον ορθρο της Συκιας * απο τις νυχτες θα 'ρχομαι
Καταδροσος * να φερω στην ποδιά μου
Το κυανο * το ροδινο το μωβ
Και τις γενναίες του νερου * ν' αναβω
Σταγονες * ο γενναιοτερος

Εικονισματα θα * 'χω τ' αχραντα κοριτσια
Ντυμενα στου πελα * γους μονο το λινο
Θα δεομαι να πα * ρει της μυρτιας το ενστικτο
Η αγνοτη μου * και τους μυωνες θηριου
Το ποταπο * το δυστροπο το αχνο
Στα σφριγηλα σωθικα * να πνιξω
Για παντα * ο σφριγηλατοτερος

Θα περασουν καιροι * πολλων ανομηματων
Του κερδους της τιμης * των τυψεων του δαρμου
Λυσσωντας θα χιμαει * ο Βουκεφαλας του αιματος
Τις ασπρες μου * λαχταρες να λαχτισει
Την αντρεια * τον ερωτα το φως
Και κραταιές οσφραινοντας * τις να χλι-
μιντρισει * ο κραταιοτερος.

Αλλα τοτε στις έξ * των υψωμενων κρινων
Που η κριση μου θα κα * νει ρηγμα του Καιρου
Η ενδεκατη εντολη * θ' αναδυθει απ' τα ματια μου
θα 'ναι αυτος * ο κοσμος ή δε θα 'ναι
Ο Τοκετος * η Θεωσις το Αεί
Που με τα δικαια της ψυχης * μου θα 'χω
Κηρυξει * ο δικαιοτερος




ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ


ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα στις εκκλησιες και την ευλογησαν.
Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες αραχνιασμενες τ' ουρανου σαρωνοντας η καταιγιδα που θα γεννησει
ο νους του ανθρωπου. Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει. Ταραχη
θα πεσει στον Αδη, και το σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη μεγαλη του ηλιου. Που πρωτα θα
κρατησει τις αχτιδες του, σημαδι οτι καιρος να λαβουνε τα ονειρα εκδικηση. Και μετα θα μιλησει και θα πει:
εξοριστε Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις ;

-Βλεπω τα εθνη, αλλοτες αλαζονικα, παραδομενα στη σφηκα και στο ξυνοχορτο.
-Βλεπω τα πελεκια στον αερα σκιζοντας προτομες Αυτοκρατωρων και στρατηγων.
-Βλεπω τους εμπορους να εισπραττουν σκυβοντας το κερδος των δικων τους πτωματων.
-Βλεπω την αλληλουχια των κρυφων νοηματων.

Χρονους πολλους μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα στις εκκλησιες και την ευλογησαν.Αλλα πριν,
ιδου θα γινουν οι ωραιοι που ναρκισσευτηκαν στις τριοδους Φιλιπποι και Ροβερτοι.

Θα φορεσουν αναποδα το
δαχτυλιδι τους, και με καρφι θα χτενισουνε το μαλλι τους, και με νεκροκεφαλες θα στολισουνε το στηθος τους, για να δελεασουν τα γυναια.
Και τα γυναια θα καταπλαγουν και θα στερξουν.
Για να εβγει αληθινος ο λογος,
οτι σιμα η μερα οπου το καλλος θα παραδοθει στις μυγες της αγορας.
Και θα αγαναχτησει το κορμι της πορνης μην εχοντας τι αλλο να ζηλεψει.

Και θα γινει κατηγορος η πορνη σοφων και μεγιστανων, το σπερμα που υπηρετησε
πιστα, σε μαρτυρια φερνοντας. Και θα τιναξει πανουθε την καταρα, κατα την Ανατολη το χερι τεντωνοντας και φωναζοντας: εξοριστε Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις;

-Βλεπω τα χρωματα του Υμηττου στη βαση την ιερη του Νεου Αστικου μας Κωδικα.
-Βλεπω τη μικρη Μυρτω, την πορνη απο την Σικινο, στημενη πετρινο αγαλμα στην πλατεια της Αγορας με τις Κρηνες
και τα ορθα Λεονταρια.
-Βλεπω τους εφηβους και βλεπω τα κοριτσια στην ετησια Κληρωση
των Ζευγαριων.
-Βλεπω ψηλα, μες στους αιθερες το Ερέχθειο των Πουλιων.

Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες αραχνιασμενες τ' ουρανου σαρωνοντας η καταιγιδα που θα γεννησει ο νους
του ανθρωπου.

Αλλα πριν, ιδου θα περασουν γενεες το αλετρι τους πανω στη στερφα γης. Και κρυφα θα
μετρησουν την ανθρωπινη πραματεια τους οι Κυβερνητες, κηρυσσοντας πολεμους.

Οπου θα χορταστουνε
ο Χωροφυλακας και ο Στρατοδικης.
Αφηνοντας το χρυσαφι στους αφανεις, να εισπραξουν αυτοι τον μιστό της
υβρης και του μαρτυριου. Και μεγαλα πλοια θ' ανεβασουν σημαιες, εμβατηρια θα παρουν τους δρομους,
οι εξωστες να ρανουν με ανθη το Νικητη. Που θα ζει στην οσμη των πτωματων. Και του λακκου σιμα του το στομα, το σκοταδι θ' ανοιγει στα μετρα του, κραζοντας: εξοριστε Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις ;

-Βλεπω τους Στρατοδικες να καινε σαν κερια, στο μεγαλο τραπεζι της Αναστασεως.
-Βλεπω τους Χωροφυλακους να προσφερουν το αιμα τους, θυσια στην καθαριοτητα των ουρανων.
-Βλεπω τη διαρκη επανασταση φυτων και λουλουδιων.
-Βλεπω τις κανονιοφορους του Ερωτα.

Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει.
Ταραχη θα πεσει στον Αδη, και το
σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη μεγαλη του ηλιου.

Αλλα πριν, ιδου θα στεναξουν οι νεοι και
το αιμα τους αναιτια θα γερασει.
Κουρεμενοι καταδικοι θα χτυπησουν την καραβανα τους πανω στα καγγελα.

Και θα αδειασουν ολα τα εργοστασια, και μετα παλι με την επιταξη θα γεμισουν, για να βγαλουνε ονειρα συντηρημενα σε κουτια μυριαδες, και χιλιαδων λογιων εμφιαλωμενη φυση.

Και θα 'ρθουνε χρονια χλωμα και αδυναμα μεσα στη γαζα. Και θα 'χει ο καθενας τα λιγα γραμμαρια της ευτυχιας.

Και θα 'ναι τα πραγματα
μεσα του κιολας ωραια ερειπια. Τοτε, μην εχοντας αλλη εξορια, που να θρηνησει ο Ποιητης, την υγεια της καταιγιδας απο τ' ανοιχτα του του στηθη αδειαζοντας, θα γυρισει για να σταθει στα ωραια μεσα ερειπια.

Και τον πρωτο λογο του ο στερνος των ανθρωπων θα πει, ν' αψηλωσουν τα χορτα, η γυναικα στο πλάι του
σαν αχτιδα του ηλιου να βγει. Και παλι θα λατρεψει τη γυναικα και θα την πλαγιασει στα χορτα καθως του εταχθη.
Και θα λαβουνε τα ονειρα εκδικηση, και θα σπειρουνε γενεες στους αιωνες των αιωνων !
________________________________________________________________________________


ΙΒ'

Ανοιγω το στομα μου * κι αναγαλιαζει το πελαγος
Και παιρνει τα λογια μου * στις σκοτεινες του σπηλιες
Και στις φωκιες τις μικρες * τα ψιθυριζει
τις νυχτες που κλαιν * των ανθρωπων τα βασανα.

Χαραζω τις φλεβες μου * και κοκκινιζουν τα ονειρα
Και τσερκουλα30 γινονται * στις γειτονιες των παιδιων
Και σεντονια στις κοπε * λες που αγρυπνουνε
Κρυφα για ν' ακουν * των ερωτων τα θαυματα.

Ζαλιζει τ' αγιοκλημα * και κατεβαινω στον κηπο μου
Και θαβω τα πτωματα * των μυστικων μου νεκρων
Και το λωρο το χρυσο * των προδομενων
Αστερων τους κο * βω να πεσουν στην αβυσσο.

Σκουριαζουν τα σιδερα * και τιμωρω τον αιωνα τους
Εγω που δοκιμασα * τις μυριαδες αιχμες
Κι απο γιουλια και ναρκισ * σους το καινουργιο
Μαχαιρι ετοιμα * ζω που αρμοζει στους Ηρωες.

Γυμνωνω τα στηθη μου * και ξαπολυουνται οι ανεμοι
Κι ερειπια σαρωνουνε * και χαλασμενες ψυχες
Κι απ' τα νεφη τα πυκνα * της καθαριζουν
Τη γη, να φανουν * τα Λιβαδια τα Παντερπνα !
_________________________________________________________________________


ΙΖ'

ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι.
Τωρα μ' ακολουθουν αναλαφρα πλασματα
με τους ιριδισμους του πόλου στα μαλλια
και το πραο στο δερμα χρυσαφισμα.

Μες στα χορτα προβαινω, με το γονατο πλωρη
κι η ανασα μου διωχνει απ' την οψη της γης
τις στερνες τολυπες του υπνου.
Και τα δεντρα βαδιζουν στο πλάι μου, εναντιον του ανεμου.

Μεγαλα μυστηρια βλεπω και παραδοξα :
Κρηνη την κρυπτη της Ελενης.
Τριαινα με δελφινι το σημαδι του Σταυρου.
Πυλη λευκη το ανοσιο συρματοπλεγμα.
Οθε με δοξα θα περασω.

Τα λογια που με προδωσαν και τα ραπισματα εχοντας
γινει μυρτιες και φοινικοκλαρα :
Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
Ηδονη καρπου βλεπω τη στερηση.

Ελαιωνες λοξους με γαλαζιο αναμεσα στα δαχτυλα
τους χρονους της οργης πισω απ' τα σιδερα.
Και γιαλον απεραντο, απο μαγγανεια ωραιων ματιων βρεμενο,
τον βυθο της Μαρινας.

Οπου αγνος θα περπατησω.
Τα δακρυα που με προδωσαν και οι ταπεινωσεις εχοντας
γινει πνοες και ανεσπερα πουλια:
Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
Σε χωρα μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι.
__________________________________________________________________________________


ΙΗ'

ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αριτιδωτη τωρα πορευομαι.
Τωρα μ' ακολουθουν κοριτσια κυανα
κι αλογακια πετρινα
με τον τροχισκο του ηλιου στο πλατυ μετωπο.

Γενεες μυρτιας μ' αναγνωριζουν
απο τοτε που ετρεμα στο τεμπλο του νερου,
αγιος, αγιος, φωναζοντας.
Ο νικησαντας τον Αδη και τον Ερωτα σωσαντας,
αυτος ο Πριγκηπας των Κρινων.

Κι απο κεινες παλι τις πνοες της Κρητης,
μια στιγμη ζωγραφιζομουν.
Για να λαβει ο κροκος απο τους αιθερες δικαιο.
Στον ασβεστη τωρα τους αληθινους μου νομους
κλεινω κι εμπιστευομαι.

Μακαριοι, λεγω, οι δυνατοι που αποκρυπτογραφουνε το Ασπιλο.
Γι αυτων τα δοντια η ρογα που μεθα,
στων ηφαιστειων το στηθος και στο κλημα των παρθενων.
Ιδου, ας ακολουθησουνε τα βηματα μου !
Σε χωρα μακρινη και αρυτιδωτη τωρα πορευομαι.

Τωρα το χερι του Θανατου
αυτο χαριζει τη Ζωη
και ο υπνος δεν υπαρχει.

Χτυπα η καμπανα του ΄μεσημεριου
κι αργα στις πετρες τις πυρρέσ χαραζονται τα γραμματα:
ΝΥΝ και ΑΕΙ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιεν, αιεν και νυν τα πουλια κελαηδουν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τιμημα.



ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρωτη
χαραγμενη στην πετρα ευχη του ανθρωπου
η αλκη μες στο ζωο που οδηγει τον ηλιο
το φυτο που κελαηδησε και βγηκε η μερα.

Η στερια που βουτα και υψωνει αυχενα
ενα λιθινο αλογο που ιππευει ο ποντος
οι μικρες κυανες φωνες μυριαδες
η μεγαλη λευκη κεφαλη Ποσειδωνος.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι της Γοργονας
που κρατα το τρικαταρτο σα να το σωζει
σα να το κανει ταμα στους ανεμους
σα να λεει να τ' αφησει και παλι οχι

Ο μικρος ερωδιος της εκκλησιας
η εννια το πρωι σαν περγαμοντο
ενα βοτσαλο απεφθο μεσα στο βαθος
τ' ουρανου του γλαυκου φυτειες και στεγες

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργουνε
που σηκωνουν το πελαγος σα Θεοτοκο
που φυσουν και αναβουνε τα πορτοκαλια
που σφυριζουν στα ορη κι ερχονται

Οι αγενειοι δοκιμοι της τρικυμιας
οι δρομεις που διανυσαν τα ουρανια μιλια
οι Ερμηδες με το μυτερο σκιαδι
και του μαυρου καπνου το κηρυκειο.

Ο Μαϊστρος, ο Λεβαντες, ο Γαρμπης
ο Πουνεντες, ο Γραιγος, ο Σιροκος
η Τραμουντανα, η Οστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξυλινο τραπεζι
το κρασι το ξανθο με την κηλιδα του ηλιου
του νερου τα παιχνιδια στο ταβανι
στη γωνια το φυλλοδεντρο που εφημερευει

Οι λιθιες και τα κυματα χερι με χερι
μια πατουσα που συναξε σοφια στην αμμο
ενας τζιτζικας που επεισε χιλιαδες αλλους
η συνειδηση παμφωτη σαν καλοκαιρι.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το καμα που κλωτσαει
στο γιοφυρι απο κατω τα ωραια κοτρονια
τα σκατα των παιδιων με την πρασινη μυγα
ενα πελαγος βραζοντας και διχως τελος

Οι δεκαεξι νοματοι που τραβουν την τρατα
ο ακαθιστος γλαρος ο αργοπλευστης
οι φωνες οι αδεσποτες της ερημιας
ενος ισκιου μεσα στον τειχο.



................................................................




ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο ροπτρο-σκαραβαιος
το παρατολμο δοντι μες στο ψυχος του ηλιου
ο Απριλης που ενιωσε ν' αλλαζει φυλο
της πηγης το μπουμπουκι ο,τι που ανοιγει

Το χειραμαξο γερνοντας με τό 'να πλάι
μια χρυσομυγα που αναψε φωτια στο μελλον
του νερου η αορατη αορτη που παλλει
και γι ' αυτο ζωντανη κρατα η γαρδενια.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικοσιτα της Νοσταλγιας
τα λουλουδια τα νηπια της βροχης που τρεμουν
τα μικρα και τετραποδα στο μονοπατι

Τ' αψηλα στους ηλιους και τα ρεμβοκινητα
Τα σεμνα με την κοκκινη αρρεβωνα
τα κομπαζοντας εφιππα μες στους λειμωνες
τα σε καθαρο ουρανο εργασμενα
τα στοχαστικα και τα χιμαιροποικιλτα.

Το κρινο, το Τριανταφυλλο, το Γιασεμι
ο Μενεξες, η Πασχαλια, ο Υακινθος
το Γιουλι, το Ζαμπακι, το Αστρολουλουδο

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το συννεφο στη χλοη
στο βρεμενο αστραγαλο το "φρτ" της σαυρας
το βαθυ της Μνησαρετης βλεμμα
που δεν ειναι αρνιου και αφεση δινει.

Της καμπανας ο ανεμος ο χρυσεγερτης
ο ιππεας που παει ν' αναληφτει στη δυση
και ο αλλος ιππεας ο νοητος που παει
της φθορας τον καιρο ν' ανασκολισει

Μιας νυχτος Ιουνιου η νηνεμια
γιασεμια και φουστανια στοπεριβολι
το ζωακι των αστρων που ανεβαινει
της χαρας η στιγμη λιγο πριν κλαψει.

Ενας κομπος ψυχης κι ουτε πια λεξη
σαν παραθυρο αδειο η Αρετουσα
και ο ερωτας ελθοντ' εξ' οράνω
πορφυριαν παρθεμενον χλαμυν.

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπιας
τα κοριτσια οι παραπλανημενες Πλειαδες
τα κοριτσια τ' Αγγεια των Μυστηριων
τα γεματα ωσ πανω και τ' απυθμενα.

Τα στυφα στο σκοταδι και ομως θαυμα
τα γραμμενα στο φως και ομως μαυριλα
τα στραμμενα επανω τους οπως οι φαροι
τα ηλιοβορα και τα σεληνοβαμονα.

Η Ερση, η Μυρτω, η Μαρινα
η Ελενη, η Ρωξανη, η Φωτεινη
η Αννα, η Αλεξανδρα, η Κυνθια

Των ψιθυρων η επωαση μες στα κοχυλια
μια χαμενη σαν ονειρο : η Αριγνώτα
ενα φως μακρινο που λεει : κοιμησου
σαστισμενα φιλια σαν πληθος δεντρα

Το λιγακι πουκαμισο που τρωει ο αερας
το χνουδακι το χλόινο πανω στην κνημη
του αιδοιου το μενεξεδενιο αλατι
και το κρυο νερο της Πανσεληνου

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το μακρινο τραγουδι
ο μυχός της Ελενης με το κυματακι
τα φραγκοσυκα φεγγοντας μες στη μασχαλη
ερειπιωνες του μελλοντος και της αραχνης

Τα νυχτερια τ' ατελειωτα μεσα στα σπλαχνα
το ρολόι το άυπνο που δεν φελαει
ενα μαυρο κρεβατι που ολο πλεει
στα τραχια τα παραλια του Γαλαξια

ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ τα ορθια με το μαυρο ποδι
τα καραβια οι αιγες των Υπερβορειων
τα βια οι πεσσοι του Πολικου και του Υπνου
τα καραβια οι Νικοθοες κι οι Ευαδνες

Τα γεματα βοριαδες και φουντουκι του Ορους
τα μυριζοντας μουργα και χαρουπι αρχαιο
τα γραμμενα στη μασκα τους καθως οι Αγιοι
τα την ιδια στιγμη λοξα και ακινητα

Η Αγγελικα, ο Πολικος, οι Τρεις Ιεραρχαι
Ο Ατρομητος, η Αλκυων, η Ναυκρατουσα
το Μαρακι, το Εχει ο Θεος, η Ευαγγελιστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κυμα που αγριευει
και σηκωνεται πεντα οργιες επανω
τα χυμενα μαλλια στο ορνεο που γυριζει
και χτυπιεται στα τζαμια με την καταιγιδα

Η Μαρινα καθως προτου να υπαρξει
με του σκυλου το καυκαλο και τα δαιμονια
η Μαρινα το κερας της Σεληνης
η Μαρινα ο χαλασμος του κοσμου

Τα μουραγια ξεσκεπαστα στη σοροκαδα
ο παπας των νεφων που αλλαζει γνωμη
τα καημενα τα σπιτια που το ενα στο αλλο
ακουμπουνε γλυκα και αποκοιμιουνται

Της μικρης βροχης το λυπημενο προσωπο
η παρθενα ελια το λοφο ανηφοριζοντας
ουτε μια φωνη στα κουρασμενα συννεφα
της πολιχνης το σαλιγγαρακι που εσπασε

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο πικρος και μονος
ο απο πριν χαμενος εσυ νά 'σαι
Ποιητης που δουλευει το μαχαιρι
στο ανεξιτηλο τριτο του χερι:

ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ο Θανατος και αυτος η Ζωη
Αυτος το Απροβλεπτο και αυτος οι Θεσμοι

Αυτος η ευθεια του φυτου η το σωμα τεμνοντας
Αυτος η εστια του φακου η το πνευμα καιγοντας

Αυτος η διψα η μετα την κρηνη
Αυτος ο πολεμος ο μετα την ειρηνη

Αυτος ο θεωρος των κυματων ο Ιων
Αυτος ο Πυγμαλιων πυρος και τερατων

Αυτος η θρυαλλιδα που απο τα χειλη αναβει
Αυτος η αορατη σηραγγα που υπερκερα τον Αδη

Αυτος ο Ληστης της ηδονης που δε σταυρωνεται
Αυτος ο Οφις που με το Σταχυ ενωνεται

Αυτος το σκοτος και αυτος η ομορφη αφροσυνη
Αυτος των ομβρων του φωτος η εαροσυνη

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το γυρισμα του Λυκου
στο ρυγχος του ανθρωπου και αυτο στου αγγελου
τα εννεα σκαλια που ανεβηκε ο Πλωτινος
το χασμα του σεισμου που εγιομισε ανθη

Το λιγακι που αγγιζοντας αφηνει ο γλαρος
και φωτιζει τα βοτσαλα σαν αθωοτης
η γραμμη που χαραζεται μες στην ψυχη σου
και το πενθος μηνα του Παραδεισου





.............................................................



Τ' ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΑ δεντρα με την ευδοκια
η παρασηματικη ενος αλλου κοσμου
η παλια δοξασια οτι υπαρχει παντα
το πολυ σιμα και ομως αορατο

Η σκια που τα γερνει με το πλάι στο χωμα
ενα κατι του κιτρινου στη θυμηση τους
η αρχαια τους ορχηση πανω απο τους ταφους
η σοφια τους η αδιατιμητη

Η Ελια, η Ροδια, η Ροδακινια
το Πευκο, η Λευκα, ο Πλατανος
ο Δρυς, η Οξυα, το Κυπαρισσι

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναιτιο δακρυ
ανατελλοντας αργα στα ωραια ματια
των παιδιων που κρατιουνται χερι-χερι
των παιδιων που κοιταζουνται και δε μιλιουνται

Των ερωτων το τραυλισμα πανω στα βραχια
ενας φαρος που εκτονωσεν αιωνων θλιψη
το τριζονι το επιμονο καθως η τυψη
και το μαλλινο ερημο μεσα στ' αγιαζι

Ο στυφος μες στα δοντια επιορκος δυοσμος
δυο χειλη που αδυνατο να στερξουν - και ομως
το "αντιο" στα τσινορα που λιγο λαμπει
και μετα ο για παντοτε θολος κοσμος

Το αργο και βαρυ των καταιγιδων οργανο
στην καταστραμμενη του φωνη ο Ηρακλειτος
των φονιαδων η αλλη πλευρα η αθεατη
το μικρο "γιατι" που εμεινε αναπαντητο

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι που επιστρεφει
απο φονο φριχτον και τωρα ξερει
ποιος αληθεια ο κοσμος που υπερεχει
ποιο το "νυν" και ποιο το "αιεν" του κοσμου :

ΝΥΝ το αγριμι της μυρτιας Νυν η κραυγη του Μαη
ΑΙΕΝ η ακρα συνειδηση Αιεν η πλησιφαη

Νυν νυν η παραισθηση και του υπνου η μιμική
Αιεν αιεν ο λογος και Τροπις η αστρικη
Νυν των λεπιδοπτερων το νεφος το κινουμενο
Αιεν των μυστηριων το φως το περιιπταμενο

Νυν το περιβλημα της Γης και η Εξουσια
Αιεν η βρωση της Ψυχης και η Πεμπτουσια

Νυν της Σεληνης το μελαγχρωμα το ανιατο
Αιεν το χρυσοκυανο του Γαλαξια σελαγισμα

Νυν των λαων το αμαλγαμα και ο μαυρος Αριθμος
Αιεν της Δικης το αγαλμα και ο μεγας Οφθαλμος

Νυν η ταπεινωση των Θεων η σποδος του Ανθρωπου
Νυν Νυν το μηδεν

και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !

Οδυσσέας Ελύτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
Web Analytics